Visitor: 969814
Tuesday, December 11, 2018
Home  
Contact  
Links  
Site Map
  
 
    
 

ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΚΟ - ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΟΔΟΙΠΟΡΙΚΟ ΣΤΗΝ ΑΙΤΩΛΟΑΚΑΡΝΑΝΙΑ
ΑΙΤΩΛΟΑΚΑΡΝΑΝΙΑ ΤΟΠΟΙ - ΜΝΗΜΕΙΑ - ΙΣΤΟΡΙΑ


Από τη Μονή Λιγοβιτσίου

ΠΕΡΙΟΧΗ  ΒΟΝΙΤΣΗΣ ΚΑΙ ΞΗΡΟΜΕΡΟΥ

Η άνυδρη και ορεινή περιοχή δυτικά της σημερινής εθνικής οδού Στράτου-Αμφιλοχίας που φτάνει ως το Ιόνιο δίκαια ονομάστηκε Ξηρόμερο στην ύστερη Βυζαντινή περίοδο. Βασικός κορμός της είναι η αφιλόξενη οροσειρά των Ακαρνανικών ορέων.

Παρ’ όλα αυτά η απρόσιτη αυτή περιοχή αποτέλεσε στη μακρά περίοδο των αναστατώσεων από τον 12ο ως τον 19ο αιώνα, καταφύγιο του πληθυσμού. Η φυσιολογία του εδάφους και η συνακόλουθη ανθρώπινη ιδιοσυγκρασία το οχύρωσαν με ένα πλέγμα οχυρών από τα οποία πολλά ανάγουν την πρώτη φάση τους στην αρχαιότητα.

Παράλληλα τη μεταβυζαντινή εποχή, η εμμονή των Ξηρομεριτών στην παράδοση έδωσε ένα σύνολο μνημείων εκκλησιαστικής τέχνης, ενώ έντονη είναι η παρουσία των Βενετών στην προσπάθεια τους να διατηρήσουν τις ακτές για την εξυπηρέτηση των συμφερόντων τους στην ευρύτερη περιοχή του μέσου Ιονίου. Βασικότερες οδικές αρτηρίες είναι οι δρόμοι Κουβαρά-Αστακού, Κατούνας-Μύτικα, Οχθιών-Λεσινίου και ο παραλιακός δρόμος Αμφιλοχίας, Βόνιτσας, Λευκάδας.

Οι δύο κύριες οδοί είναι η εθνική οδός Αγρινίου-Ιωαννίνων και η οδός Αιτωλικού, Κατοχής, Αστακού,  Μύτικα, Παλαίρου, Ακτίου. Στη διαδρομή Όχθια-Λεσίνι στα χωριά Ρίγανη και Παλαιομάνινα, συναντάμε τα ερείπια των οχυρωμένων πόλεων Μητρόπολης και Σαυρίας που ήλεγχαν κατά την αρχαιότητα τον ποταμό Αχελώο.

Στη διαδρομή Κουβαρά-Αστακού και στις νοτιοανατολικές υπώρειες των Ακαρνανικών, σώζονται τα ερείπια των αρχαίων πόλεων Δηριείς, Φοιτείες και Κόροντα.

Οι Δηριείς ήταν ακαρνανικό πόλισμα του οποίου τα ερείπια βρίσκονται σε λόφο μέσα στο σημερινό οικισμό της Σκουρτούς. Αρκετά τμήματα του τοίχους, κατά το ισοδομικό σύστημα, σώζονται σε καλή κατάσταση.

Σε απόσταση μισής ώρας ΒΑ, στην κορυφή του υψώματος, υπάρχουν  αρχαία τείχη που προφανώς άνηκαν και αυτά στους Δηριείς, ενώ υπάρχουν και ίχνη ‘βυζαντινής φάσης.


Καστρί Αλυζίας, ανάγλυφες θεϊκές μορφές


Παραλία Σκρόφας, Δέλτα Αχελώου

Σε πλάτωμα κάτω από την θέση αυτή, που εποπτεύει τον κάμπο του Αγρινίου, υψώνεται πάνω από την λίμνη του Οζερού το ιστορικό Μοναστήρι του Λιγοβίτσιου, αφιερωμένο στην Κοίμηση της Θεοτόκου. Η εξωτερική μορφή του Μοναστηρίου είναι φρουριακή. Το καθολικό είναι τρίκλιτος σταυροειδής ναός με τρούλο και χρονολογείται το 1737. Στη διάρκεια της Επανάστασης του 1821 αποτέλεσε την βάση εξόρμησης του στρατοπέδου της Δυτ.Στερεάς με αρχηγό τον Γεώργιο Καραϊσκάκη. Η πρόσβαση είναι δυνατή από το χωριό Φυτείες (Μαχαλάς) καθώς και από την Γουργιώτισσας.

Ακολουθώντας τον δρόμο προς τον Αστακό κοντά στο χωριό Μπαμπίνη συναντούμε τα ερείπια των αρχαίων Φοιτειών πάνω στο ύψωμα Πόρτα.

Η πόλη προστατεύονταν από ισχυρά τείχη και η μεγάλη ΒΔ πύλη, γνωστή ως ¨Πόρτα¨, έδωσε το όνομα στην τοποθεσία. Σώζονται αρκετά τμήματα των τειχών, πύλες, θεμελιώσεις κτιρίων, βάσεις αγαλμάτων και σε πολύ καλή κατάσταση μεγάλη υδατοδεξαμενή αρίστης τέχνης. Η προσπέλαση είναι εύκολη με αυτοκίνητο από τη Μπαμπίνη.

Μέσα στον περίβολο του αρχαίου κάστρου της περιοχής σώζεται ο Ναός του ΑγίουΓεωργίου, καθολικό της ομώνυμης Μονής. Είναι από τα καλύτερα αρχιτεκτονικά ναοδομικά δείγματα του Ξηρομέρου, συνδυασμός τρίκλιτης βασιλικής με εγγεγραμμένο σταυροειδή τύπο. Ιδιαίτερο χαρακτηριστικό του είναι οι επτάπλευροι χοροί αγιορείτικου τύπου. Γύρω στον περίβολο σώζονται υπολείμματα των προσκτισμάτων της Μονής που μαρτυρούν την μεγάλη άνθιση της. Οι τοιχογραφίες του ναού χρονολογούνται    του 1726. Στον βόρειο τοίχο του ναού σώζονται δύο αγιογραφίες (Άγιος Γεώργιος και Άγιος Νικόλαος ο Νέος εν Βουνένοις) του τέλους του 16ου  ή των αρχών του 17ου αιώνα, που μας οδηγούν σε πιθανή χρονολόγηση του μοναστηρίου την ίδια περίοδο.

Μετά το χωριό Χρυσοβίτσα (Ξηρομέρου) υπάρχει ένα βραχώδες και γεμάτο βαλανιδιές ύψωμα που φέρει το όνομα ¨Κάστρο¨. Από αρκετή απόσταση διακρίνονται τμήματα πολυγωνικών τειχών και πύργοι . Είναι τα τείχη της αρχαίας ακαρνανικής πόλης Κόροντα, πόλης που υπάρχει από την μυκηναϊκή περίοδο. Περιβαλλόταν από διπλό τείχος, τυπικό των ακαρνανικών πόλεων.

Στην ακρόπολη σώζονται θεμελιώσεις ναού, δημοσίων κτιρίων όπως και μία υδατοδεξαμενή.

Στο δρόμο για Αστακό κοντά στο χωριό Καραϊσκάκη βρίσκεται το Μοναστήρι του Προφήτη Ηλία. Το καθολικό είναι του τύπου του ελεύθερου σταυρού με τρούλο και τοιχογραφίες του τέλους του 17ου ή των αρχών του 18ου αιώνα. Στο νάρθηκα σώζεται παράσταση της Δευτέρας Παρουσίας, ενώ στους πεσσούς του κυρίως ναού εικονίζονται Νεομάρτυρες.

Βορειότερα του δρόμου που ακολουθήσαμε πριν, και σχεδόν παράλληλα με αυτόν, βρίσκεται η άλλη διάβαση του Ξηρομέρου που ξεκινά 500 μέτρα αριστερά της λίμνης Αμβρακίας που οδηγεί στην οδική αρτηρία Κατούνας- Μύτικα.

Κοντά στην Κατούνα βρίσκεται η Μεδεώνα, αρχαία πόλη της ακαρνανικής ενδοχώρας. Ορατά είναι τμήματα των τειχών, δύο αρχαία πηγάδια και θεμέλια κτισμάτων. Η προσπέλαση είναι εύκολη γιατί τα ερείπια είναι πολύ κοντά στον δημόσιο δρόμο.

Η Κατούνα με πληθυσμό 2763 κατοίκους, είναι δήμος του Ξηρομέρου. Σε απόσταση 8 χιλιόμετρα βόρεια από την Κατούνα βρίσκεται η Κομπότη, κτισμένη στους πρόποδες του Μπούμιστου με πανοραμική θέα προς την ανατολή. Πάνω από τον κάμπο υψώνονται το γυμνό Περγαντί και ο Μπούμιστος με δάση πουρναριών, αριάς και ελάτων.

Βόρεια της σημερινής Κομποτής βρίσκονται τα ερείπια των τειχών της αρχαίας Τοροίβιας, γνωστά ως Παλιόκαστρο. Μικρής έκτασης ανασκαφή έρευνα έφερε στο φως ενδιαφέροντα δημόσια κτήρια, ενώ μεταξύ των άλλων ευρημάτων συγκαταλέγεται μία πήλινη μπανιέρα που φυλάσσεται στο Αρχαιολογικό Μουσείο Αγρινίου.

Τα σημάδια του δρόμου αυτού στην ύστερη βυζαντινοκρατία και τη περίοδο των βενετοτουρκικών πολέμων, μας την δείχνουν ανάγλυφα τα τρία μεσαιωνικά κάστρα του Αετού, του Βάρνακα, και του Δραγαμέστου που τον ελέγχουν.

Το κάστρο του Αετού, ανατολικά του ομώνυμου χωριού, επιστρέφει το κωνοειδές και χρονολογείται την εποχή του Δεσποτάτου την Ηπείρου. Στην κορυφή του κάστρου σώζεται ο ναός του Αγίου Δημητρίου, καθολικό παλιού μοναστηριού. Πρόκειται για μονόχωρη ξυλόστεγη πλευρά του χωριού σώζεται ο ναός της Αγίας Αικατερίνης με τοιχογραφίες του 1751.

Αξιόλογος είναι και ο ναός του Αγίου Νικολάου πριν από το χωριό, με διατηρημένο πλήρες εικονογραφημένο σύνολο του 1692. Το 1822 ο Γ.Βαρνακιώτης στο ύψωμα του Προφήτη Ηλία έδωσε νικηφόρα μάχη κατά του Κιουταχή, γνωστή ως μάχη του Αετού.

Στον δρόμο για το Αρχοντοχώρι λίγο προτού φθάσουμε στο χωριό υπάρχει αγροτικός δρόμος που οδηγεί στο Καστρί της Αλυζίας. Στην πύλη της εισόδου στο κάστρο της Αλυζίας είναι σκαλισμένο το περίφημο ανάγλυφο ροπαλοφόρου Ηρακλή. Πάνω στο μεγάλο βράχο βρίσκονται τα μνημειακά ανάγλυφα του Ηρακλή και της Αθηνάς και σε άλλο ο Ασκληπιός και η Υγεία. Στο Αρχοντοχώρι, που είναι χτισμένο στους πρόποδες του Μπούμιστου, βρίσκονται οι ναοί του Αγίου Δημητρίου και του ΑγίουΓεωργίου με αγιογραφήσεις του 18ου αιώνα. Ιδιαίτερη αξία για το εικογραφικό του πρόγραμμα έχει ο ναός της Ζωοδόχου Πηγής που ιστορήθηκε στα 1669-1670. Μετά το Αρχοντοχώρι βλέπουμε ένα παρατηρητήριο της Αρχαίας Αλυζίας, ακριβώς πάνω από τον δρόμο.

Λίγο πριν φτάσουμε στο Μύτικα ορθώνεται στο πέρασμα του Βάρνακα το ομώνυμο βυζαντινό κάστρο. Κτίστηκε τον 13ο αιώνα από τους Δεσπότες της Ηπείρου για την ασφάλεια της ενδοχώρας. Το χωριό Βάρνακας, ενώ γνώρισε άνθηση τον 14ο αιώνα, τις παραμονές της Επανάστασης είχε σχεδόν ερημωθεί. Από εδώ καταγόταν ο Γ.Βαρνακιώτης, στρατηγός του 1821. Προχωρώντας συναντάμε την Κανδήλα μέσα σε απέραντο ελαιώνα και την αρχαία Αλυζία. Τα πιο σπουδαία δημόσια κτίρια ήταν ο τέμενος, αφιερωμένο στο Λοξία Απόλλωνα, και το ιερό του Ηρακλέους. Στις μετόπες του ιερού εικονίζονται ανάγλυφοι οι δώδεκα άθλοι του Ηρακλή, έργο του ξακουστού γλύπτη Λυσίππου. Κατά τη ρωμαϊκή κατάκτηση, οι Ρωμαίοι άρπαξαν ολόκληρο το σύμπλεγμα και το μετέφεραν στη Ρώμη. Ο άλλος μεγάλος οδικός άξονας του Ξηρομέρου είναι η οδός Αιτωλικού-Βόνιτσας που διατρέχει την ακαρνανική ακτή του Ιονίου.

Μετά το Νεοχώρι Μεσολογγίου, βρισκόμαστε στο πρώτο χωριό της ακαρνανικής Παραχελωίτιδας, την Κατοχή. Η Κατοχή έχει 3000 κατοίκους, είναι κτισμένη στη δεξιά όχθη του Αχελώου, ενώ την περιτριγυρίζει η εύφορη πεδιάδα που έχει σχηματισθεί από τις προσχώσεις του Αχελώου.

Μέσα στο χωριό βρίσκεται βυζαντινός πύργος του 14ου αιώνα, παρατηρητήριο του στενού περάσματος του Αχελώου, γνωστότερος ως Κούλια της Κυρά Βασιλικής, από τη φιλοξενία της ευνοούμενης του Αλή Πασά.

Δυτικά της Κατοχής βρίσκονται οι αρχαίες Οινιάδες, πάνω σε ένα βραχώδες λοφοειδές ύψωμα, καλυμμένο από αιωνόβιες βελανιδιές. Τα επιβλητικά τείχη, που περιέζωναν τη σπουδαία αυτή πόλη, σώζονται σε μεγάλο ύψος και ο μεγαλόπρεπος ¨κόκκινος πύργος¨ κινεί το θαυμασμό. Κοντά σ’αυτόν βρίσκεται η λοξή πύλη, που υπήρξε καινοτομία των Ακαρνάνων τειχοποιών. Από την πύλη αυτή αρχίζει ο δρόμος, συχνά λαξευμένος στο βραχώδες έδαφος, που οδηγούσε στο κέντρο της πόλης, όπου το θέατρο και η πληθώρα των δημόσιών κτιρίων.

Στους ντόπιους η τοποθεσία είναι γνωστή ως Τρικαρδόκαστρο. Σύμφωνα με το μύθο ο Αλκμαίωνας από το Άργος, γιος του Αμφιάραου, ήταν ο οικιστής. Φονιάς της μητέρας του Εριφύλης και μετά από συμβουλή του παππού του Απόλλωνα κατέφυγε εδώ και παντρεύτηκε την κόρη του Αχελώου.

Σύμφωνα με την παράδοση ο Ηρακλής έδωσε την πόλη στον Οινέα, βασιλιά της Πλευρώνας, που φύτεψε στη περιοχή αμπέλια και από τον οίνο έλαβε η πόλη το όνομα Οινιάδες.

Το θέατρο, σε υπέροχα επιλεγμένη τοποθεσία, έχει δύο χιλιάδες και πλέον θέσεις. Τα δυο τρίτα των κερκίδων του είναι λαξευμένες σε συμπαγή βράχο, πραγματικό θαύμα υπομονής των αρχαίων τεχνικών. Στα πρώτα εδώλια αριστερά υπάρχουν επιγραφές σχετικές με απελευθερώσεις δούλων. Διατηρείται σε αρκετά καλή κατάσταση και τα τελευταία χρόνια κάθε καλοκαίρι η Κοινότητα και το Υπουργείο Τουρισμού διοργανώνουν Φεστιβαλικές Εκδηλώσεις.

Μοναδικού ενδιαφέροντος αξιοθέατο, που αποκαλύφθηκε σχετικά πρόσφατα είναι το νεώριο στη δυτική πλευρά, έξω και ακριβώς κάτω από τα τείχη που δεσπόζουν στο σημείο εκείνο. Το νεώριο είναι μοναδικό στον Ελλαδικό χώρο και η μοναδικότητα του οφείλεται στο ότι είναι ολόκληρο σκαλισμένο στο γιγαντιαίο βράχο.

Οι Οινιάδες έχοντας ένα γονιμότατο κάμπο παράλληλα με τα νερά του Αχελώου και την επικοινωνία με τη θάλασσα υπήρξε πλουσιότατη πόλη. Στην ύπαρξη του πλούτου οφείλονται και οι περιπέτειες τους.

Κατά την έναρξη του Πελοποννησιακού πολέμου, σε αντίθεση με τις άλλες ακαρνανικές πόλεις, οι Οινιάδες τάχτηκαν στο πλευρό των Σπαρτιατών. Αργότερα περιήλθαν με τη βία στην αθηναϊκή επιρροή, δοκίμασαν την αιτωλική κατοχή και τέλος μετά από τους πολέμους περιήλθαν στους Μακεδόνες και τον Φίλιππο τον Γ΄, που φρόντισε την ανέγερση του ισχυρού τείχους.

Επιστρέφοντας στην Κατοχή και περνώντας τον δρόμο προς τον Αστακό θα συναντήσουμε το Λεσίνι ή Παλιοκατούνα με 943 κατοίκους. Στην ανατολική άκρη του χωριού σώζεται σε πολύ καλή κατάσταση ο ναός των Εισοδίων της Θεοτόκου που χρονολογείται στην εποχή του Δεσποτάτου της Ηπείρου. Το μνημείο είναι τρίκλιτη βασιλική με ανισομερή κλίτη. Το κεντρικό κλίτος πρέπει αρχικά να στεγαζόταν με τρουλλοκάμαρα. Ιδιαίτερη σημασία έχει ο κεραμοπλαστικός διάκοσμος της αψίδας. Ο ναός πρέπει να κτίστηκε στο τελευταίο τέταρτο του 13ου αιώνα.

Μεταξύ των όρμων Πλατυγιάλι Αστακού και Αγίου Παντελεήμονα συναντούμε την ακρόπολη μικρού αρχαίου πολίσματος, που χρονολογείται ότι πρόκειται για τη Μάραθο. Τα τείχη του μικρού αυτού πολίσματος διατηρούνται σε πολύ καλή κατάσταση. Διακρίνονται για την επιμελημένη δόμηση θαυμάσια λαξευμένων δομών, έχουν ημικυκλικούς πύργους, ενώ σώζεται ακόμη μία καταχύστρα.

 Στην πανέμορφη αγκαλιά που σχηματίζει το Ιόνιο και οι υπώρειες της απότομης Βελούτσας, απλώνεται η κωμόπολη του Αστακού. Πολύ κοντά στην πανέμορφη πόλη του Αστακού, με το υπήνεμο λιμάνι και τα νεοκλασικά σπίτια, βρίσκονται τα ερείπια της αρχαίας πόλης, που έφερε το ίδιο όνομα. Κεφαλλήνες άποικοι ίδρυσαν τον Αστακό ή Άσακο και τα τείχη της πόλης υψώθηκαν πάνω από μία φυσικά οχυρή προεξοχή της Βελούτσας. Σώζονται τα τείχη του ναού του Διός Καραού.

Στη βυζαντινή εποχή ο Αστακός ονομαζόταν Δραγαμέστο. Η πόλη για πρώτη φορά αναφέρεται τον 13ο αιώνα από τον Κωνσταντίνο Ακροπολίτη στο Λόγο προς τον Άγιο Βάρβαρο που ασκήτεψε στη περιοχή του Ξηρομέρου την εποχή του Μιχαήλ του Γ΄(842-867). Ήταν περιτειχισμένη, έχοντας ως πόλη το παλιό κάστρο που ενισχύθηκε από τους Βυζαντινούς.

Το λιμάνι ήταν σημαντικός εξαγωγικός σταθμός των προϊόντων της ενδοχώρας.

Μέσα στο χώρο της βυζαντινής πόλης σώζονται τρεις ερειπωμένοι ναοί. Σημαντικότερος είναι η βασιλική που βρίσκεται στο κέντρο περίπου του χώρου και η οποία κατά τους χρόνους της Τουρκοκρατίας σμικρύνθηκε, περιορισμένη στο μεσαίο κλίτος.

Σήμερα ο Αστακός έχει 2.542 κατοίκους. Η πόλη κοσμείται με πολλά νεοκλασσικά κτίσματα, μοναδικά στο χώρο μας απομεινάρια μιας εποχής ακμής. Ο Αστακός διαθέτει τουριστική υποδομή, καθημερινή επικοινωνία με Ιθάκη–Κεφαλονιά, ευκαιρίες για υποβρύχιο ψάρεμα και κολύμπι σε πεντακάθαρες ακρογιαλιές. Στο λιμάνι τα ψαροκάικα φέρνουν καθημερινά εκλεκτά ψάρια.

Στη διαδρομή Αστακού-Μύτικα υπάρχει μια σειρά από ορμίσκους όπως αυτός της Βέλας και της Παλιόβαρκας, με υπέροχες παραλίες για κολύμπι και ψάρεμα.

Δύο χιλιόμετρα αριστερά του δρόμου πριν από το Μύτικα σώζονται τα ερείπια της παλαιοχριστιανικής βασιλικής της Αγίας Σοφίας, η οποία λειτουργούσε και κατά τη μεσοβυζαντινή εποχή. Ο Μύτικας γραφική κωμόπολη των ακαρνανικών ακτών φημίζεται για το δροσερό του καλοκαιριού. Η καθαρή θάλασσα, το φρέσκο ψάρι και η θαλάσσια αύρα, ανέδειξαν την πολίχνη σε θέρετρο.

Στη θέση ¨Βούλκος¨, οπού υπήρχαν ρωμαϊκές θέρμες, γίνονται ακόμα και σήμερα λασπόλουτρα. Στην ίδια θέση απεκαλύφθη ρωμαϊκό ηρώο, του οποίου  τα θαυμάσια μαρμάρινα ακρωτήρια εκτίθενται σήμερα στο Αρχαιολογικό Μουσείο Αγρινίου. Στην απέναντι πλαγιά, δυτικά του Μύτικα βρίσκεται ο σπηλαιώδης ναός της ΑγίαςΕλεούσας με τοιχογραφίες του 12ου –13ου αιώνα. Τα γραφικά νησιά Κάλαμος και Καστός, βρίσκονται σε μικρή απόσταση από τον Μύτικα και μπορεί κανείς να τα επισκεφθεί με καΐκι. Εδικά ο Κάλαμος παραμένει ακόμα ένα παρθένο τοπίο με πευκόφυτες ακρογιαλιές, ιδανικό θέρετρο για τον επισκέπτη που αγαπά τις γαλήνιες διακοπές.

Τα ερείπια της αρχαίας Παλαίρου βρίσκονται κοντά στην ομώνυμη κωμόπολη στη θέση Κεχροπούλα, για τα τείχη της οποίας οι περισσότεροι περιηγητές εκφράστηκαν με θαυμασμό. Είναι πράγματι ένα από τα εκπληκτικότερα δείγματα των ακαρνανικών οχυρωμάτων.

Η έδρα του Δήμου Κεκροπίας έχει 3.000 κατοίκους που ασχολούνται κυρίως με τη γεωργοκτητροφία. Το φυσικό περιβάλλον θαυμάσιες  εναλλαγές θάλασσας, κάμπο και δάσους. Ο οικισμός έχει πολλά νεοκλασικά σπίτια στα οποία δεσπόζει το αρχοντικό Ράγκου. Η τουριστική υποδομή είναι επαρκής με σύγχρονα ξενοδοχεία, αυτόνομα διαμερίσματα, ενώ υπάρχει μαρίνα δυναμικότητας 100 σκαφών. Κατά μήκος της ακτής υπάρχουν όμορφες παραλίες και αμμουδιές όπως η κεντρική παραλία Παλαίρου, Ποταμάκι. Βουνάκι, Βαρκό και άλλες. Μετά την Πάλαιρο, αριστερά συναντάμε τον οικισμό της Πογωνίας με αμμουδιές και χώρο για camping .

Προχωρώντας βόρεια κατά μήκος της ακτής μπαίνουμε στην περιοχή της Βόνιτσας. Η πόλη άρχισε να αναπτύσσεται από πρώιμα βυζαντινά χρόνια ελέγχοντας την πρόσβαση προς την διάβαση του Ακτίου και αποτελώντας σημαντικό λιμάνι εξαγωγικού εμπορίου. Ο αυτοκράτορας Αλέξιος Α΄ ο Κομνηνός την προίκισε με προνόμια. Ιδιαίτερη σημασία απέκτησε με την ίδρυση του Δεσποτάτου της Ηπείρου για την ασφάλεια της παραλιακής ζώνης του. Το 1280 καταλήφθηκε από μισθοφόρους του Βασιλείου της Νεάπολης. Ο δεσπότης Νικηφόρος Α΄ την έδωσε ως προίκα στον Φίλλιπο του Τάραντα, γιο του Βασιλιά της Νεάπολης, επισημοποιώντας έτσι την κατοχή της. Το 1314 βρέθηκε σε ελληνικά χέρια. Οι Τούρκοι την κατέλαβαν το 1479.

Τα τρία κάστρα της Αγίας Μαύρας(Λευκάδας), Πρέβεζας και Βόνιτσας λόγω της στρατηγικής τους σημασίας για τα ενετικά συμφέροντα, διοικούνταν από έκτακτο Προβλεπτή. Παρέμεινε βενετική κτίση ως την κατάλυση της Βενετικής Δημοκρατίας από τον Μ.Ναπολέοντα το 1797, που την κατέλαβε και την κράτησε για ένα χρόνο βάση της συνθήκης του Campoformio( 1797).  Το 1798 την κατέλαβε ο Αλή Πασάς των Ιωαννίνων με αιφνιδιασμό. Απελευθερώθηκε προσωρινά το 1821 για να έλθει τελικά σε ελληνικά χέρια το 1829. Αποτέλεσε την έδρα του επισκόπου Βονδίτζης που υπαγόταν στη Ναύπακτο.

Στο δρόμο που οδηγεί στο κάστρο σώζεται και ο Ναός της Κοίμησης σε σχήμα ελεύθερου σταυρού με τρούλο. Ο ναός ήταν κατάγραφος, αλλά σήμερα σώζονται μόνο σπαράγματα της ιστόρησης. Χρονολογείται το πρώτο τέταρτο το 18ου αιώνα. Στον ίδιο αρχιτέκτονα καταγράφεται επίσης και ο ναός της Κοίμησης, πέντε χιλιόμετρα ανατολικά της πόλης, που είναι κατάγραφος με τοιχογραφίες του 1726. Μέσα στο κάστρο σώζεται η μεσοβυζαντινή εκκλησία της Αγία Σοφίας, σε σχήμα ελευθέρου σταυρού και πρότυπο ίσως για τις προαναφερόμενες μεταβυζαντινές εκκλησίες.

Αξιομνημόνευτο είναι το τέμπλο του ναού του Αγίου Σπυρίδωνα στη Βόνιτσα. Είναι έργο μάλλον εργαστηρίου της Ζακύνθου ή της Κέρκυρα, με επιδράσεις της βενετσιάνικης τέχνης, όπως τα δυο λιοντάρια που στηρίζουν το σταυρό του.

Η Βόνιτσα με 4.353 κατοίκους, είναι ένας παραδοσιακός οικισμός. Συγκεντρώνει πολλούς παραθεριστές γιατί εξασφαλίζει όλες τις ανέσεις. Ο περίπατος στο γραφικό λιμάνι, στα στενά της πόλης και στο κάστρο είναι μαγευτικός.

Στο δρόμο προς τη Λευκάδα, αριστερά μας, πάνω σε βραχώδη λόφο, υψώνεται ένα υπέροχο βενετσιάνικο οχυρό. Αποτελούσε παρατηρητήριο-βίγλα, για την άμυνα του στρατηγικού τριγώνου Λευκάδας, Βονίτσης, Πρέβεζας. Είναι γνωστότερο ως κάστρο του Γρίβα, γιατί στην Τουρκοκρατία περιήλθε στην ισχυρή αρματολική οικογένεια των Γριβαίων που το είχαν ως έδρα.

Στη μικρή διώρυγα που χωρίζει την Ακαρνανία από τη Λευκάδα σώζεται το τουρκικό οχυρό του Τεκέ που ήλεγχε το πέρασμα από την δυτικοκρατούμενη Λευκάδα, στην τουρκοκρατούμενη Ακαρνανία  και αντίστροφα.

Στις δυτικές υπώρειες της Πλαγιάς υπάρχει το τούρκικο ομώνυμο οχυρό. Τον Μάιο του 1821 πολιορκήθηκε, μαζί με το οχυρό του Τεκέ, από τον Γ.Τσόγκα που τελικά το κατέλαβε.

Στο Άκτιο το ακαρνανικό ακρωτήριο στην είσοδο του Αμβρακικού, γνωστό από την κοσμοϊστορική ναυμαχία μεταξύ του Οκταβίου και Αντωνίου-Κλεοπάτρας το 31 π.Χ., υπήρξε ιερό αφιερωμένο στον Άκτιο Απόλλωνα. Το έτος 425 π.Χ. έγινε το θρησκευτικό κέντρο των Ακαρνάνων. Οι Ακαρνάνες τελούσαν εδώ γυμνικούς και ιππικούς αγώνες κάθε δύο χρόνια. Οι αγώνες άρχιζαν με θυσία ταύρου και το έπαθλο ήταν ένας απλός στέφανος.

Μετά την περιώνυμη ναυμαχία ο νικητής Οκταβιανός Αύγουστος, αφιέρωσε στο ιερό τη δεκάτη των εμβόλων των πλοίων της Κλεοπάτρας και του Αντώνιου, μεγάλωσε και διακόσμησε το τέμενος του Απόλλωνα και καθιέρωσε τους αγώνες των Ακτίων ανά πενταετία, προσθέτοντας μουσικούς, ποιητικούς και ναυτικούς διαγωνισμούς. Οι αγώνες κατέλαβαν την πέμπτη θέση των Πανελλήνιων Αγώνων μετά τα Ολύμπιατα Πύθια, τα Ίσθμια και τα Νεμέα. Σήμερα στο Άκτιο υπάρχει αεροδρόμιο με δρομολόγια της Ολυμπιακής και πτήσεις τσάρτερ.

Στο σημερινό λιμάνι του Αγίου Γεωργίου του Αμβρακικού κόλπου, σε απόσταση ¨σαράντα σταδίων¨ από το Άκτιο, βρίσκονταν το αρχαίο Ανακτόριο. Ως οικιστής του φέρεται ο Εχιάδης,  γιος του Περίανδρου της Κορίνθου. Λόγω της σύνδεσης της με την Κόρινθο, η πόλη, αρχικά ήταν κατά των Ακαρνάνων, φίλων των Αθηναίων . Το Ανακτόριο είχε την ευθύνη της τέλεσης των Ακτίων, προς τιμή του ομώνυμου Απόλλωνα.

Ακολουθώντας την διαδρομή Βονίτσης-Αμφιλοχίας συναντάμε το χωριό Παλιάμπελα, γνωστό για το υπέροχο κρασί. Στον όρμο της Ρούγας μετά τα Παλιάμπελα, βρίσκεται το οχυρωμένο επίνειο του Θυρείου, όπου σώζονται τα ερείπια σημαντικού αρχαίου ναού.

Το Θυρείο ήταν, μετά τη Στράτο, η σημαντικότερη πόλη της αρχαίας Ακαρνανίας, έδρα και αυτή κατά περιόδους του Κοινού των Ακαρνάνων. Λόγω της θέσης της και της σπουδαιότητας της, δοκιμάστηκε από καταστροφές επιδρομές και καταλήψεις. Το 372 π.Χ. καταληφθεί από τον Αθηναίο Ιφικράτη, το 270π.Χ. από τους Ηπειρώτες και επανειλημμένα από τους Αιτωλούς.

Ήταν έδρα νομισματοκοπείου και έκοψε νομίσματα δικά του, όπως και το Κοινό των Ακαρνάνων .Το έτος 51 π.Χ. επισκέφτηκε την πόλη ο περίφημος ρωμαίος ρήτορας Κικέρωνας και φιλοξενήθηκε από τον άρχοντα Ξενομένη.

Πέντε χρόνια μετά τη ναυμαχία του Ακτίου το 26π.Χ. καταστράφηκε από τους Ρωμαίους και οι κάτοικοι υποχρεώθηκαν να μετοικήσουν στη Νικόπολη. Τα ερείπια του Θυρείου βρίσκονται στο σύγχρονο ομώνυμο χωριό.

Στο Αρχαιολογικό Μουσείο Θυρείου εκτίθεται επιγραφές, πολιτικού κυρίως περιεχομένου. Αυτό εξηγείται από την πολιτική σημασία του Θυρείου ως κέντρο του Κοινού των Ακαρνάνων, μετά την προσάρτηση της Στράτου στους Αιτωλούς τον 3ο π.Χ.αιώνα. Μεγάλης ιστορικής σημασίας είναι η επιγραφή της συνθήκης συμμαχίας Αιτωλών και Ρωμαίων το 212 π.Χ. (Αιτωλορωμαϊκό Σύμφωνο) και η ανάλογη του Συμφώνου Θυρείου-Ρωμαίων το 94 π.Χ. Εκτίθενται επιτύμβιες στήλες, γλυπτά μικρής και μεγάλης πλαστικής, αγγεία κυρίως Ελληνιστικών χρόνων, μεταλλικά αντικείμενα καθημερινής χρήσης έργα μικροτεχνίας.

Τρία χιλιόμετρα από το Θυρείο επί της επαρχιακής οδού προς Μοναστηράκι βρίσκονται οι γνωστές πηγές των ιαματικών νερών Κορπής.

Συνεχίζοντας την επαρχιακή οδό Βόνιτσας 0Αμφιλοχίας, μετά το χωριό Δρυμός, ανηφορίζουμε προς τα ιαματικά λουτρά Τρύφου τα οποία διαθέτουν οργανωμένο ξενώνα ανοικτό όλη τη διάρκεια του έτους. Στο χώρο αυτό εμόνασε τον 9ο αιώνα ο όσιος Βάρβαρος ο Μυροβλύτης. Η περιοχή είναι πλούσια σε βλάστηση και τρεχούμενα νερά.